ΜΕΓΕΘΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

Το έτος 2000 ήταν άλλη μια χρονιά σημαντικής ανάπτυξης όλων ανεξαιρέτως των μεγεθών της ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ. Οι συνέταιροι της Τράπεζας έφθασαν τα 8.456 μέλη, παρουσιάζοντας ετήσια αύξηση 1.321 μελών ή 18,5%, ποσοστό ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Οι συνεταιριστικές επίσης μερίδες της Τράπεζας έφθασαν τις 76.080, εμφανίζοντας αύξηση μέσα στο 2000 της τάξης του 14,7%.

Σήμερα κάθε μέλος της Τράπεζας κατέχει κατά μέσο όρο 9 μερίδες, ενώ η τελευταία αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των Συνεταιριστικών Τραπεζών επιτρέπει την κατά μέλος απόκτηση μέχρι και 601 μερίδων, γεγονός που οριοθετεί την ακόμα δυναμικότερη ανάπτυξή τους.
Ο μεγάλος όγκος των μελών και η πενταετής πλέον λειτουργία της Τράπεζας έχει διαμορφώσει με σταθερότητα την επαγγελματική σύνθεση των μελών της, που χαρακτηρίζεται από ευρεία διασπορά και αντιπροσωπευτικότητα.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν λογικά την μεγαλύτερη αντιπροσώπευση, αφού το 47,2% των μελών της Τράπεζας αντιστοιχεί σε ιδιώτες επιχειρηματίες και το 10,5% σε νομικά πρόσωπα, που είναι κατεξοχήν επιχειρηματικές εταιρείες. Αξιοπρόσεκτη είναι η συμμετοχή των μισθωτών με 27,3% και των συνταξιούχων με 5,5%, ενώ οι υπόλοιπες επαγγελματικές κατηγορίες κατέχουν το 9,6% της κατανομής.
Η ανάπτυξη της Τράπεζας σε ολόκληρο τον νομό Δωδεκανήσου μεταβάλλει σταδιακά και την γεωγραφική σύνθεση των μελών της. Η Ρόδος έχει την συντριπτική πλειοψηφία των μελών της Τράπεζας με 73,2%, ακολουθούμενη από την Κω με 14,9% και την Κάλυμνο με 8,1%. Η επέκταση του Πιστωτικού Ιδρύματος και στην επαρχία Καρπάθου το έτος 2001, πιθανότατα θα επηρεάσει σύντομα την υφιστάμενη κατανομή.

Τα μεγέθη δραστηριότητας της Τράπεζας παρουσίασαν επίσης σημαντικότατη αύξηση το 2000. Οι Χορηγήσεις της παρά τους περιορισμούς Πιστωτικής Επέκτασης που επέβαλε η Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι τις 30/3/2000, κατάφεραν να παρουσιάσουν αύξηση κατά 40,8% σε σχέση με το 1999 πλησιάζοντας σε υπόλοιπο τα 13 δις δρχ.
Ειδικότερα χορηγήθηκαν 2.776 δάνεια, εκ των οποίων τα 646 είναι καινούριες χορηγήσεις και τα οποία διανεμήθηκαν κυρίως στο Εμπόριο (43,4%), στην Καταναλωτική Πίστη (18,7%), στην Στεγαστική Πίστη (10,8%), σε επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών (11,2%) και στον Τουρισμό κατά (8,1%).

 Οι Καταθέσεις του Πιστωτικού Ιδρύματος παρουσίασαν επίσης μεγάλη βελτίωση που προσέγγισε το 39,9% σε σχέση με το 1999, διαμορφώνοντας το υπόλοιπό τους στα 14,5 δις. δρχ. Η κατανομή δε αυτών των Καταθέσεων σε Προθεσμιακούς Τίτλους (48,4%), Καταθέσεις Ταμιευτηρίου (47,1%) και Λογαριασμούς Όψεως (4,5%), είναι χαρακτη-ριστική της γενικότερης εικόνας της Τραπεζικής αγοράς και της συμπεριφοράς του μέσου αποταμιευτή σήμερα.

Αναφορικά με τα Ίδια Κεφάλαια της Τράπεζας, παρατηρήθηκε και το 2000 σταθερά ανοδική πορεία της τάξης του 17%.
Τα Ίδια Κεφάλαια της Τράπεζας για πρώτη φορά υπερέβησαν τα 5 δις.δρχ., σηματοδοτώντας έτσι τις νέες δυνατότητες ανάπτυξής της, που πηγάζουν πάντα από την κεφαλαιακή ενδυνάμωσή της.

Οι Υπηρεσιακές Μονάδες της Τράπεζας ανήλθαν στις 6 εντός του έτους 2000, ενώ τέλος το προσωπικό της Τράπεζας έφτασε τα 50 άτομα, σε σχέση με τα 40 του έτους 1999, δείγμα αλλά και επακόλουθο της ταχείας ανάπτυξης των δραστηριοτήτων του Πιστωτικού Ιδρύματος