Αρχική Σελίδα
 

13/04/2010
Αποστολή με Email  Eκτύπωση
ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ ΙΙΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ
-aaa
1. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

1.1 Γενικές πληροφορίες

Οι ακόλουθες πληροφορίες δημοσιοποιούνται με βάση την Πράξη Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό 2592/20.8.2007 αναφορικά με την «Δημοσιοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα εποπτικής φύσεως πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, τους κινδύνους που αναλαμβάνουν καθώς και τη διαχείριση τους». Οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες αφορούν τη χρήση του 2008.

Η Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου ιδρύθηκε υπό τη μορφή Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την υπ΄αριθμ. 9/1994 Πράξη του Ειρηνοδικείου Ρόδου και μετεξελίχθηκε σε Συνεταιριστική Τράπεζα με την απόφαση αριθμ. 560/18-9-1995 της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 238/16-4-1995). Κύριος σκοπός της Τράπεζας είναι η παροχή φθηνών και ανταγωνιστικών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών στα μέλη της και η υποστήριξη των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών της τοπικής οικονομίας. Έντονος είναι και ο κοινωνικός της ρόλος, τόσο με την μορφή της τραπεζικής εξυπηρέτησης σε απομονωμένα νησιά του Νομού, όσο και με την τόνωση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου στην Δωδεκάνησο.

Ως εταιρεία Ανοικτού Κεφαλαίου, η Τράπεζα δέχεται αιτήσεις εγγραφής νέων μελών, αλλά και αιτήσεις απόκτησης νέων μερίδων από υπάρχοντες συνεταίρους. Νέοι και παλαιοί συνεταίροι φυσικά ή νομικά πρόσωπα έχουν το δικαίωμα εκτός από την υποχρεωτική μερίδα να αποκτήσουν έως και χίλιες πεντακόσιες μία (1.501) προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες. Ειδικά τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα να αποκτήσουν απεριόριστο αριθμό προαιρετικών μερίδων.

Έδρα της είναι ο Δήμος Ροδίων (άρθρο 2 καταστατικού), που βρίσκεται το κτίριο της Διοίκησης (επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 51, Τ.Κ. 85100), όπου ενάγεται για κάθε διαφορά, εκτός και αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το ΑΦΜ της Τράπεζας είναι 096237510 και υποβάλλει τις φορολογικές του δηλώσεις στη ΔΟΥ Ρόδου. Οι κυριότερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται η Τράπεζα είναι ο νομός Δωδεκανήσου και ο νομός Αττικής.

Η νομική κατάσταση της Τράπεζας είναι σύμφωνη με τους νόμους και τους κανονισμούς στους οποίους υπόκειται, όσον αφορά την ίδρυση του και την καταστατική του λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, των ν. 1667/1986 και 2076/1992 («Ανάλυση και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις»), όπως ισχύουν.

1.2 Διοικητικό συμβούλιο

Το Διοικητικό Συμβούλιο που εκλέχθηκε στις Αρχαιρεσίες της 17/10/2007, συστήθηκε σε Σώμα στο Δ.Σ. 278/22-10-2007 και η λήξη της θητείας του είναι την 16/10/2011, αποτελείται από τα ακόλουθα μέλη:

• Φρόνας Γεώργιος του Τσαμπίκου, Επιχειρηματίας, Πρόεδρος του Δ.Σ., 4,2 χλμ Ρόδου-Καλλιθέας, Ρόδος.

• Κωσταρίδης Κωνσταντίνος του Παντελή, Επιχειρηματίας, Α΄Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., Καναδά 12, Ρόδος.

• Πουλιού Νικόλαος του Αθανασίου, Ξενοδόχος, Β΄Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., Βασιλέως Γεωργίου 7, Κως.

• Παπασταματίου Νικόλαος του Ιωάννη, Επιχειρηματίας, Γενικός Γραμματέας του Δ.Σ., Αβέρωφ 48, Ρόδος.

• Κακάς Παρασκευάς του Μιχαήλ, Επιχειρηματίας, Ταμίας του Δ.Σ., Γρ. Λαμπράκη 46, Ρόδος.

• Παπαβασιλείου Ιωάννης του Βασιλείου, Ξενοδόχος, Μέλος του Δ.Σ., Θ. Σοφούλη 61, Ρόδος.

• Χατζημανώλης Παναγιώτης του Κωνσταντίνου, Πολιτικός Μηχανικός, Μέλος του Δ.Σ., Πηγάδια-Κάρπαθος.

• Κωνσταντινίδης Γεώργιος του Δημητρίου, Επιχειρηματίας, Μέλος του Δ.Σ., Στέλιου Κωτιάδη 48, Ρόδος.

• Καραγιάννης Βασίλειος του Γεωργίου, Ξενοδόχος, Μέλος του Δ.Σ., Αμερικής 95, Ρόδος.


1.3 Θυγατρικές Εταιρίες

Σύμφωνα με τα στοιχεία της 31/12/2008 η Τράπεζα συμμετέχει σε μια μόνο εταιρεία, με ποσοστό μεγαλύτερο του 10% που παρουσιάζεται παρακάτω.

1.3.1 Δωδεκανησιακή Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΕΠΕ


Ιδρύθηκε στις 18/10/2000 από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, η οποία κατέχει το 100% της εταιρείας. Αντικείμενο της εταιρείας είναι η διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή και περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Διαχειριστές της εταιρείας είναι ο γενικός Διευθυντής της Τράπεζας, κ. Εμμανουήλ Καρυδάκης και ο Οικονομικός Σύμβουλος, κ. Παντελής Γεωργάκης, ο οποίος διαθέτει Άδεια Ασφαλιστικού Συμβούλου (525/11619/30-3-1994).

Μεγέθη Δωδεκανησιάκης Ασφαλιστικής Ε.Π.Ε.
(ποσά σε ευρώ)
Ενεργητικό
2005 :496.872,69
2006 :305.413,45
2007 :399.140,48
2008 :483.083,60

Μετοχικό Κεφάλαιο
2005 :29.347,03
2006 :29.347,03
2007 :29.347,03
2008 :29.347,03

Ίδια Κεφάλαια
2005 :91.099,21
2006 :48.418,70
2007 :77.249,49
2008 :79.347,03

Αποτελέσματα προ Φόρων
2005 :274.245,13
2006 :-42.680,55
2007 :123.005,61
2008 :153.954,81

Αποτελέσματα μετά Φόρων
2005 :186.486,69
2006 :-42.680,55
2007 :97.924,33
2008 :115.466,11

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 97 του Κ.Ν.2190/1920 «Μια επιχείρηση μπορεί να μη συμπεριληφθεί στην ενοποίηση όταν παρουσιάζει επουσιώδες ενδιαφέρον σε σχέση με το σκοπό του άρθρου 100 παρ.3». Βάσει των δεδομένων των οικονομικών καταστάσεων της θυγατρικής εταιρείας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου «ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» των χρήσεων 2005, 2006, 2007 και 2008 προκύπτει ότι τα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας αυτής είναι μικρά (μικρότερα κατά πολύ του 0,5% του συνόλου του ενεργητικού και του 1% στις περισσότερες περιπτώσεις, του κύκλου εργασιών) σε σχέση με τα μεγέθη των αντίστοιχων χρήσεων της Τράπεζας. Για το λόγο αυτό η Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου Συν. ΠΕ δεν συντάσσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις με την ανωτέρω εταιρεία σύμφωνα και με σχετική γνωμάτευση του Ορκωτού Ελεγκτή.

1.4 Συμμετοχές σε Λοιπές Επιχειρήσεις

Με βάση τα στοιχεία της 31/12/2008 η Τράπεζα συμμετέχει επίσης με ποσοστό μικρότερο του 10 % στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα με την παρακάτω αναλογία:

Πανελλήνια Τράπεζα Α.Ε.
Ποσοστό Συμμετοχής:7,13%
Αξία Κτήσης:4.736.028,96€


1.4.1 Πανελλήνια Α.Ε.

Ειδικότερα για την Πανελλήνια Τράπεζα Α.Ε. και λόγω του ποσού συμμετοχής παρέχονται επιπροσθέτως τα ακόλουθα στοιχεία:

Η Πανελλήνια Τράπεζα ιδρύθηκε την 21/6/2001 με βασικούς μετόχους τις Ελληνικές Συνεταιριστικές Τράπεζες και με στόχο την ανάπτυξη της Συνεταιριστικής Πίστης στην Ελλάδα. Η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα διενεργεί τραπεζικές εργασίες μετά από σχετική άδεια από την Τράπεζα Ελλάδος.

Το ποσοστό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα στις 31/12/2008 ήταν 7,126%.
Αναλυτικότερα τα ποσοστά των βασικών μετόχων (πάνω από 5%) στην Πανελλήνια την 31/12/2008 είχαν ως εξής:


ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣυνΠΕ:43,6%
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣυνΠΕ:15,3%
DZ BANK:12,0%
ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣυνΠΕ:7,13%
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΣυνΠΕ:7,13%


2. ΠΡΟΦΙΛ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Η Τράπεζα στα πλαίσια συμμόρφωσης της με την ΠΔ/ΤΕ 2577/9.3.2006, με σκοπό τον καθορισμό της πολιτικής διαχείρισης και παρακολούθησης των κινδύνων στους οποίους μέσα από τη φύση των δραστηριοτήτων της είναι εκτεθειμένη, έχει συστήσει τις εξής υπηρεσιακές μονάδες και επιτροπές:

Επιτροπή Ελέγχου. Απαρτίζεται από 3 μέλη και κύρια καθήκοντα της είναι η παρακολούθηση και η ετήσια αξιολόγηση της επάρκειας και αποτελεσματικότητας του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου (ΣΕΕ) της Τράπεζας, με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου. Στα καθήκοντα της επιπλέον συγκαταλέγονται, η επίβλεψη και αξιολόγηση των διαδικασιών κατάρτισης των δημοσιευμένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η υποβολή πρότασης προς το Δ.Σ. για την επιλογή εξωτερικών ελεγκτών, η υποβολή προτάσεων για ειδικές περιοχές όπου επιβάλλεται η διενέργεια πρόσθετων ελέγχων από εσωτερικούς ή εξωτερικούς ελεγκτές και η αξιολόγηση του έργου της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης.

Συντονιστική Επιτροπή Πληροφορικής. Κύρια αρμοδιότητα της είναι η αξιολόγηση της ανάλυσης και διαχείρισης των κινδύνων που σχετίζονται με τα συστήματα πληροφορικής.
Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων (ΕΔΚ). Πενταμελής επιτροπή η οποία συστάθηκε με σκοπό την υποβοήθηση του έργου του Δ.Σ. της Τράπεζας στο τομέα της Διαχείριση των Κινδύνων. Η λειτουργία της διέπεται από εσωτερικό κανονισμό. Είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση της στρατηγικής ανάληψης πάσης μορφής κινδύνων και διαχείρισης κεφαλαίων που ανταποκρίνεται στους επιχειρηματικούς στόχους της Τράπεζας. Μεριμνά για την ανάπτυξη εσωτερικού συστήματος διαχείρισης κινδύνων και την ενσωμάτωση του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Σε συνεργασία με τη Μονάδα Διαχείρισης Κινδύνων καθορίζει τις αρχές που διέπουν την διαχείριση κινδύνων ως προς την αναγνώριση, πρόβλεψη, μέτρηση, παρακολούθηση, έλεγχο και αντιμετώπιση τους, σε συνέπεια με την εκάστοτε επιχειρηματική στρατηγική και την επάρκεια των κεφαλαίων. Λαμβάνει και αξιολογεί τις υποβαλλόμενες αναφορές της Μονάδας Διαχείρισης Κινδύνων, ενημερώνει το Δ.Σ. σχετικά με το ύψος και τους κινδύνους που έχει αναλάβει η Τράπεζα και διαβεβαιώνει για την αποτελεσματική αντιμετώπιση τους. Αξιολογεί σε ετήσια βάση την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαχείρισης κινδύνων της Τράπεζας και με τη συμμετοχή της Μονάδας Διαχείρισης Κινδύνων αξιολογεί την καταλληλότητα των ορίων, την επάρκεια των προβλέψεων και την εν γένει επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με το ύψος και τη μορφή των αναλαμβανόμενων κινδύνων.

Κανονιστική Συμμόρφωση. Είναι διοικητικά ανεξάρτητη και υπόκειται στον έλεγχο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών της κανονιστικής συμμόρφωσης. Κύριο έργο της είναι η θέσπιση και εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών με στόχο την πλήρης και διαρκής συμμόρφωση της Τράπεζας με το εκάστοτε ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και τους εσωτερικούς κανονισμούς της Τράπεζας. Ενημερώνει τη Διοίκηση και το Δ.Σ. για κάθε διαπιστωθείσα σημαντική παράβαση ή τυχόν σημαντικές ελλείψεις κατά του ρυθμιστικού πλαισίου. Παρέχει σχετικές οδηγίες για αντίστοιχη προσαρμογή των εσωτερικών διαδικασιών στις εκάστοτε τροποποιήσεις του ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζει ότι η Τράπεζα συμμορφώνεται πλήρως με το κανονιστικό πλαίσιο.

Μονάδα Διαχείρισης Κινδύνων (ΜΔΚ). Στελεχώνεται από τρία άτομα. Είναι διοικητικά ανεξάρτητη από μονάδες με εκτελεστικές αρμοδιότητες και από τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση ή λογιστικοποίηση συναλλαγών και αξιοποιούν την ανάλυση των κινδύνων που διενεργεί. Υπόκειται στον έλεγχο της Διεύθυνσης Εσωτερικού ελέγχου ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων. Αναφέρεται για θέματα της αρμοδιότητας της, στη Διοίκηση, στην Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων και μέσω αυτής στο Δ.Σ. Συμβάλλει σε συνεργασία με την ΕΔΚ στο σχεδιασμό και την πολιτική της Τράπεζας σε θέματα διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαιακής επάρκειας. Χρησιμοποιεί κατάλληλες μεθόδους μέτρησης και διαχείρισης των κινδύνων, ενώ μέσω χρήσης εξειδικευμένου λογισμικού αξιολογεί σε ετήσια βάση το σύνολο του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο. Για κάθε σημαντικό πιστοδοτικό άνοιγμα προς έγκριση (άνω των 300.000 €) συντάσσει αντίστοιχες εκθέσεις χρηματοοικονομικής ανάλυσης και ανάληψης κινδύνου, υπολογίζοντας και τις ανάλογες κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα χρειαστούν έναντι της εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙ. Θέτει και παρακολουθεί τα όρια ανάληψης κινδύνων της Τράπεζας, διενεργεί και υποβάλει στη Διοίκηση, δοκιμές προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης, παρακολουθεί τις διεθνείς χρηματαγορές, επεξεργάζεται πλήθος στοιχείων της Τράπεζας και εντοπίζει τους κινδύνους, μέσω δε της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων προτείνει στο Δ.Σ. προσαρμογές στην πιστοδοτική πολιτική και την επιχειρησιακή στρατηγική σχετικά με την ανάληψη, διαχείριση και αξιολόγηση του προφίλ κινδύνων.

Η αξιολόγηση του προφίλ κινδύνου πραγματοποιείται κατά την Διαδικασία Αξιολόγησης Επάρκειας Εσωτερικού Κεφαλαίου, όπου γίνεται ο προσδιορισμός και η ανάλυση των κινδύνων για όλο το εύρος των δραστηριοτήτων της Τράπεζας. Οι κίνδυνοι που αξιολογούνται, πλέον των βασικών του Πυλώνα Ι (Πιστωτικός, Λειτουργικός, Αγοράς), τόσο από ποσοτικής όσο και ποιοτικής άποψης είναι, ο κίνδυνος κεφαλαίων (επίπεδο, δομή και σταθερότητα εποπτικών κεφαλαίων), ο κίνδυνος ρευστότητας, ο κίνδυνος κερδοφορίας, ο κίνδυνος συγκέντρωσης, ο συναλλαγματικός κίνδυνος, ο κίνδυνος φήμης και ο κίνδυνος επιτοκίου. Το προφίλ του κινδύνου προσδιορίζεται ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης των κινδύνων και της εκτίμησης των εσωτερικών κεφαλαίων. Η ανάλυση βασίζεται στην ποσοτική αξιολόγηση του απαιτούμενου εσωτερικού κεφαλαίου ανά τύπο κινδύνου (για μετρήσιμους κινδύνους), για την προστασία της Τράπεζας από μη αναμενόμενες ζημιές. Το σύνολο των κινδύνων εκτιμάται ποιοτικά σε κάθε περίπτωση ως προς το βαθμό σημαντικότητας τους σε όρους διαχείρισης του κάθε τύπου κινδύνου (αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση, αναφορά, έλεγχος), με στόχο την αποτροπή υπέρβασης των ορίων που έχει θέσει η Τράπεζα. Σύμφωνα με την ανάλυση της φύσης, του επιπέδου και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της Τράπεζας, των προοπτικών επέκτασης σε νέες αγορές και προϊόντα, οι κίνδυνοι χαρακτηρίζονται ως Υψηλοί, Μέτριοι, Χαμηλοί και Ασήμαντοι. Με βάση την αξιολόγηση τους από τα αρμόδια όργανα, Υψηλοί Κίνδυνοι για την Τράπεζα χαρακτηρίζονται ο Πιστωτικός, ο Λειτουργικός και ο κίνδυνος Ρευστότητας.


2.1 Όργανα υπεύθυνα για τον προσδιορισμό του προφίλ κινδύνου

Αρμόδια όργανα για τον προσδιορισμό του προφίλ κινδύνου, που συμμετέχουν στη Διαδικασία Αξιολόγησης της Επάρκειας του Εσωτερικού Κεφαλαίου και των αναλαμβανόμενων κινδύνων της Τράπεζας είναι:

•Το Δ.Σ. της Τράπεζας

•Η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων

•Η Επιτροπή Ελέγχου

•Η Μονάδα Διαχείρισης Κινδύνων

•Η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου

•Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών

•Η Διεύθυνση Εργασιών

•Η Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης

•Η Κανονιστική Συμμόρφωση

Η Διαδικασία Αξιολόγησης της Επάρκειας του εσωτερικού Κεφαλαίου για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως κινδύνων της Τράπεζας, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Βρίσκεται σε εξέλιξη ο υπολογισμός του εσωτερικού κεφαλαίου και αναμένεται να προσδιοριστεί του ύψος του με στοιχεία βάσης 31/12/2009.


3. ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
3.1 Διάρθρωση Ιδίων Κεφαλαίων

Τα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας για εποπτικούς σκοπούς όπως προβλέπεται από την ΠΔ/ΤΕ 2587/20.08.2007 αναλύονται σε:

• Βασικά Ίδια Κεφάλαια τα οποία συνοπτικά περιέχουν το καταβεβλημένο συνεταιριστικό κεφάλαιο, τη διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, αποθεματικά, κέρδη εις νέο, ενώ αφαιρούνται στοιχεία όπως η υπεραξία και λοιπά άϋλα περιουσιακά στοιχεία.

• Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια τα οποία συνοπτικά περιέχουν αποθεματικά αποτίμησης πάγιων στοιχείων.

Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται αναλυτικά τα Ιδία Κεφάλαια της Τράπεζας την 31/12/2008


ΒΑΣΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

Καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο και συνεταιριστικές μερίδες:23,783.00

Διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο:7,658.00

Αποθεματικά & Αποτελέσματα εις νέον (εξαιρούνται οι διαφορές Αναπροσαρμογής):4,171.00

Μείον (-) Υπεραξία και λοιπά άυλα πάγια στοιχεί:(1,298.00)

ΣΥΝΟΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ:34,314.00
Αποθεματικά αποτίμησης πάγιων περιουσιακών στοιχείων:776.00
ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ:776.00

(-) Λοιπά αφαιρετικά στοιχεία

(-) Στοιχεία που αφαιρούνται από τα Βασικά και τα

Συμπληρωματικά Ίδια Κεφάλαια εκ των οποίων:(1,097.00)

Αφαιρετικά των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων:(548.50)

Αφαιρετικά των Συμπληρωματικών Ιδίων Κεφαλαίων:(548.50)

Σύνολο ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ για τον Υπολογισμό του Δ.Κ.Ε.:33,765.50

Σύνολο ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ για τον Υπολογισμό του Δ.Κ.Ε.:227.50

ΣΥΝΟΛΟ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ Δ.Κ.Ε.:33,993.00


4. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ

Η τράπεζα διαθέτει αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων που θεωρεί κατάλληλα για την κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνει αλλά και που πρόκειται να αναλάβει σύμφωνα με τη φύση των δραστηριοτήτων της. Βασικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται η Τράπεζα (αναφέρονται παραπάνω με το χαρακτηρισμό Υψηλοί Κίνδυνοι) είναι ο Πιστωτικός, ο Λειτουργικός και ο κίνδυνος Ρευστότητας. Η Τράπεζα έχοντας συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της συνθήκης της Βασιλείας ΙΙ από την 01/01/2008, εφαρμόζει στα πλαίσια του Πυλώνα Ι για τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των δύο πρώτων κινδύνων τις διατάξεις των ΠΔ/ΤΕ 2588/20.08.2007, ΠΔ/ΤΕ 2590/20.08.2007 αντιστοίχως, ενώ έναντι του Κινδύνου Αγοράς την ΠΔ/ΤΕ 2591/20.08.2007.

Για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Επάρκειας, σύμφωνα με τη συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, οι εποπτικά αναγνωριζόμενες προσεγγίσεις ανάλογα με το είδος κινδύνου είναι:

Πιστωτικός Κίνδυνος:
Τυποποιημένη Προσέγγιση
Απλή Προσέγγιση Εσωτερικών Διαβαθμίσεων
Αναβαθμισμένη Προσέγγιση Εσωτερικών Διαβαθμίσεων

Κίνδυνος Αγοράς:
Τυποποιημένη Προσέγγιση
Προσέγγιση Εσωτερικών Μοντέλων

Λειτουργικός Κίνδυνος:
Βασικού Δείκτη Προσέγγιση
Τυποποιημένη Προσέγγιση
Εξελιγμένες Προσεγγίσεις Μέτρησης


Η Τράπεζα για τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για σκοπούς Πιστωτικού Κινδύνου, χρησιμοποιεί την Τυποποιημένη Προσέγγιση, και για σκοπούς Λειτουργικού Κινδύνου την Προσέγγιση του Βασικού Δείκτη. Λόγω της μικρής θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών της (δεν υπερβαίνει το 5% της αξίας του ενεργητικού, ενώ το σύνολο των ανοιχτών θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν υπερβαίνει τα 15 εκ. €), η Τράπεζα υπόκειται στις εξαιρέσεις της ΠΔ/ΤΕ 2591/20.08.2007 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου Αγοράς, καθώς οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2588/20.08.2007. Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας (ΔΚΕ) της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου την 31/12/2008 ήταν 13,78%. Η τιμή του ΔΚΕ απεικονίζει την ισχυρή κεφαλαιακή βάση της Τράπεζας, δεδομένου ότι τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας είναι 8% για τις εμπορικές και 10% για τις Συνεταιριστικές Τράπεζες.


5.ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
5.1.Ορισμός Πιστωτικού Κινδύνου

Ως Πιστωτικός Κίνδυνος ορίζεται ο κίνδυνος ζημιάς που μπορεί να προκύψει από ενδεχόμενη αδυναμία εκπλήρωσης (αθέτηση) των συμβατικών υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων προς την Τράπεζα με συνέπεια απώλεια κεφαλαίων και κέρδους.

Ο Πιστωτικός Κίνδυνος αποτελεί την πιο σημαντική μορφή κινδύνου και πρωταρχικός στόχος της Τράπεζας είναι η αποτελεσματική διαχείριση και συστηματική παρακολούθηση του.


5.2 Διαδικασίες Διαχείρισης και Παρακολούθησης Πιστωτικού Κινδύνου

Η Τράπεζα διαθέτει καταγεγραμμένη πολιτική και διαδικασίες για την παρακολούθηση και διαχείριση του Πιστωτικού Κινδύνου. Οι διάφορες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται αναθεωρούνται ετησίως, ή όποτε κριθεί απαραίτητο. Η επιχειρησιακή στρατηγική παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τον προσδιορισμό της πιστοδοτικής πολιτικής η οποία αναπροσαρμόζεται με βάση τις εκάστοτε συνθήκες κάθε χρόνο.
Σύμφωνα με την Πιστοδοτική πολιτική της Τράπεζας, καθορίζονται και επανεξετάζονται τα ανώτατα όρια πιστοδοτήσεων, τα οποία και προσαρμόζονται ανάλογα με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων της Τράπεζας, την γεωγραφική περιοχή τον κλάδο οικονομίας, τις προσφερόμενες εξασφαλίσεις και την πιστοληπτική ικανότητα του πιστούχου. Κατά την εγκριτική διαδικασία εξετάζεται ο συνολικός πιστωτικός κίνδυνος για κάθε αντισυμβαλλόμενο ή ομάδα αντισυμβαλλομένων, οι οποίοι σχετίζονται μεταξύ τους και συναθροίζονται τα πιστωτικά όρια που έχουν εγκριθεί.

Η παρακολούθηση της πιστοληπτικής ικανότητας των αντισυμβαλλομένων και των πιστωτικών ανοιγμάτων, σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα εγκεκριμένα όρια, γίνεται σε συστηματική βάση. Όσον αφορά την ανάλυση της πιστοληπτικής ικανότητας κάθε πιστούχου, αυτή πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, καθώς και εξωγενείς παράγοντες όπως ο κλάδος οικονομίας στον οποίο δραστηριοποιείται, το μερίδιο του στην αγορά, ο ανταγωνισμός κ.α. Η Τράπεζα κάνοντας χρήση εξειδικευμένου λογισμικού, κατατάσσει τους πιστούχους σε έξι επίπεδα κινδύνου (Ελάχιστο, Πολύ Χαμηλό, Χαμηλό, Αποδεκτό, Αποδεκτό με Προσοχή και Υψηλό), όπου κάθε επίπεδο είναι χωρισμένο σε τρεις κατηγορίες (συνολικά 18βάθμια κλίμακα αξιολόγησης από aa+ έως ccc-).
Επιπλέον, με στόχο τον περιορισμό ενδεχομένων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων αλλά και τη συμμόρφωση με τα όρια των εποπτικών αρχών, αναλύεται και παρακολουθείται σε τριμηνιαία βάση η συγκέντρωση πιστωτικού κινδύνου σε μεμονωμένους αντισυμβαλλόμενους ή ομάδες αντισυμβαλλόμενων. Από το 2008 έχει δημιουργηθεί βάση δεδομένων για την παρακολούθηση της συγκέντρωσης του πιστωτικού κινδύνου ανά επιχειρηματικό κλάδο, ανά γεωγραφική περιοχή, ανά προϊόν και κατηγορία πιστοληπτικής διαβάθμισης. Τα ανοίγματα σε κλάδους οικονομίας οι οποίοι χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής αναγνωρίζονται, αξιολογούνται και γίνονται παράλληλα οι απαραίτητες ενέργειες, ενώ έχουν καθοριστεί όρια, επιπρόσθετα των εποπτικών, τα οποία αναθεωρούνται σε ετήσια βάση ή συχνότερα ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες.

Για τη διαχείριση του Πιστωτικού Κινδύνου στο χαρτοφυλάκιο Λιανικής Τραπεζικής, η Τράπεζα παρότι δεν διαθέτει ακόμα υπόδειγμα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του πελάτη (είναι σε εξέλιξη διαδικασία προμήθειας συστήματος Credit Scoring), εφαρμόζει ένα επαρκές πλαίσιο διαδικασιών και κανόνων, στο οποίο υφίστανται κριτήρια αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται στοιχεία συνολικού εισοδήματος και εισοδήματος διαθέσιμου για την εξυπηρέτηση τραπεζικών δανείων, το ύψος των επιβαρύνσεων (δόσεων) υφισταμένων και προς έγκριση δανείων, στοιχεία συναλλακτικής συμπεριφοράς, ύπαρξη δυσμενών κ.α. καθώς και χαρακτηριστικά με τα οποία ενδέχεται να διαφοροποιείται ο κίνδυνος (LTV).

Επίσης, σύμφωνα με την καταγεγραμμένη πολιτική διαχείρισης Πιστωτικού Κινδύνου πραγματοποιούνται ακραία αλλά εφικτά σενάρια προσομοίωσης καταστάσεων κρίσεως (stress test) μεταβολής της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου, τα αποτελέσματα των οποίων αξιολογούνται ως προς την επίδραση που θα έχουν στην κερδοφορία αλλά και στα κεφάλαια της Τράπεζας και κοινοποιούνται στην εποπτική αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος).

Τυποποιημένη Προσέγγιση (Πυλώνας Ι)

Ο υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου της Τράπεζας, γίνεται σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση όπως ορίζεται στην ΠΔ/ΤΕ 2588/20.08.2007. Κάθε χρηματοδοτικό άνοιγμα της Τράπεζας κατατάσσεται σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται από τα σταθμισμένα ποσά ανά χρηματοδοτικό άνοιγμα. Την 31/12/2008, τα σταθμισμένα ποσά και οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του Πιστωτικού κινδύνου ήταν:(Ποσά σε Χιλ. €)



Κατηγορίες ανοιγμάτων σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση

Κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0

Αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:85
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:7

Διοικητικοί φορείς και μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:1699
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:135

Πολυμερείς Τράπεζες Ανάπτυξης
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0

Διεθνείς οργανισμοί
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0

Τράπεζες και χρηματοδοτικά ιδρύματα
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:2259
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:181

Επιχειρήσεις
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:86593
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:6927

Λιανική Τραπεζική
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:67317
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:5386

Εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:33164
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:2653

Σε καθυστέρηση
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:13560
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:1085

Στοιχεία που υπάγονται εποπτικά σε κατηγορίες υψηλού κινδύνου
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:3614
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:289

Ομόλογα που καλύπτονται με εξασφαλίσεις
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0


Απαιτήσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα έναντι τραπεζών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0

Μερίδια Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Κινητών Αξιών (ΟΣΕΚΑ)
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:0
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:0

Λοιπά ανοίγματα
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:13963
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:1117

ΣΥΝΟΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ, ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
Σταθμισμένο κατά Κίνδυνο Ποσό Ανοίγματος:222254
Κεφαλαιακές Απαιτήσεις:17780



6. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

6.1 ρισμός Λειτουργικού Κινδύνου

Λειτουργικός Κίνδυνος νοείται ο κίνδυνος επέλευσης ζημιών που μπορούν να προκληθούν από την ανεπάρκεια ή την αστοχία εσωτερικών διαδικασιών, από ανθρώπινο παράγοντα, από τα συστήματα ή από εξωτερικούς παράγοντες. Στον Λειτουργικό Κίνδυνο περιλαμβάνεται και ο Νομικός Κίνδυνος.

6.2 Παρακολούθηση και διαχείριση Λειτουργικού Κινδύνου

Η Τράπεζα δεν διαθέτει εξελιγμένα συστήματα αναγνώρισης του Λειτουργικού Κινδύνου. Στα πλαίσια της παρακολούθησης του έχει από το 2008 δημιουργήσει βάση δεδομένων καταγραφής ζημιών Λειτουργικού Κίνδυνου, με σκοπό την περαιτέρω επεξεργασία των στοιχείων αυτών και των καθορισμό δεικτών διαχείρισης και έγκαιρης προειδοποίησης περιοχών κινδύνων.
Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του Λειτουργικού Κινδύνου η Τράπεζα ακολουθεί την προσέγγιση του Βασικού Δείκτη για σκοπούς του Πυλώνα Ι. Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις αποτελούν ποσοστό των Ακαθάριστων Λειτουργικών Εσόδων σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2590/20.08.2007 και την 31.12.2008 ήταν 1,635.30 χιλ €

7.ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

7.1Ορισμός Κινδύνου Ρευστότητας


Κίνδυνος Ρευστότητας ορίζεται η πιθανότητα να μην διαθέτει ή να μην έχει η Τράπεζα τη δυνατότητα να αντλήσει κεφάλαια για να καλύψει τις υποχρεώσεις της όταν αυτές προκύπτουν. Συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο αδυναμίας χρηματοδότησης των περιουσιακών στοιχείων σε συγκεκριμένες ληκτότητες και τιμές.


7.2Παρακολούθηση και διαχείριση Κινδύνου Ρευστότητας

Η Τράπεζα στα πλαίσια διαχείρισης του Κινδύνου Ρευστότητας, αλλά και συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των εποπτικών αρχών, έχει αναπτύξει τεχνικές όπου μέσα από διαδικασίες και διάφορα είδη ελέγχων, διασφαλίζεται η εναρμόνιση της με ελάχιστα αποδεκτά όρια. Δίνοντας αυξημένη βαρύτητα στην παρακολούθηση αυτής της μορφής κινδύνου, έχει θεσπίσει επιπρόσθετα των εποπτικών όρια, τα οποία αναθεωρεί σε ετήσια βάση ή όποτε κρίνει ότι είναι απαραίτητο.

Η διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας επιτυγχάνεται μέσα από τον έλεγχο και τη παρακολούθηση των δυο βασικών δεικτών όπως αυτοί όπως προσδιορίζονται στη ΠΔ/ΤΕ2560/01.04.2005 και είναι οι:

• Δείκτης Ρευστών Διαθεσίμων. Ορίζεται το πηλίκο του κλάσματος στο οποίο ως αριθμητής λαμβάνεται το σωρευτικό υπόλοιπο των «ρευστών διαθεσίμων» της τράπεζας στη χρονική ζώνη άμεσης λήξης έως 30 ημέρες, και ως παρονομαστής οι «βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις» (δανειακά κεφάλαια). Το ελάχιστο όριο του δείκτη είναι 20%

• Δείκτης Ασυμφωνίας Ληκτότητας Απαιτήσεων-Υποχρεώσεων. Ορίζεται το πηλίκο του κλάσματος στο οποίο ως αριθμητής λαμβάνεται το σωρευτικό υπόλοιπο της διαφοράς των «απαιτήσεων και υποχρεώσεων» της χρονικής ζώνης άμεσης λήξης έως 30 ημέρες και ως παρονομαστής οι «βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις» (δανειακά κεφάλαια). Το ελάχιστο όριο του δείκτη είναι -20%
Οι βασικοί δείκτες ρευστότητας της Τράπεζας την 31/12/2008 ήταν οι παρακάτω:


Δείκτης Ρευστών Διαθεσίμων:16,10%
Δείκτης Ασυμφωνίας Ληκτότητας:-6,20%

Η πολιτική ρευστότητας που ακολουθεί η Τράπεζα έχει ως σκοπό τη διατήρηση μιας σταθερής καταθετικής βάσης μέσω της διασποράς σε αριθμό και είδος καταθέσεων, ώστε να διασφαλίζεται η απουσία οποιασδήποτε μορφής συγκέντρωσης καταθετικών κεφαλαίων σε λίγες ομάδες που θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές διακυμάνσεις στη ρευστότητα της Τράπεζας γενικότερα. Με τη χρήση επιμέρους δεικτών ελέγχεται σε εβδομαδιαία βάση και παρέχεται ενημέρωση στη Διοίκηση για το ύψος, τη σύνθεση και τη μεταβολή των καταθέσεων χονδρικής. Για τον περιορισμό του κινδύνου ρευστότητας παρακολουθείται τόσο η προέλευση των καταθέσεων όσο και την ημερομηνία λήξης τους. Συγκεκριμένα παρακολουθούνται οι ληγμένες καταθέσεις προθεσμίας στο σύνολο τους και αξιολογείται ο κίνδυνος μη ανανέωσης τους και η άμεση ανάληψη τους. Επίσης ελέγχεται σε ημερήσια βάση το ύψος των τοποθετημένων διαθεσίμων σε Π.Ι. με σκοπό τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας σε συνάρτηση με τη διαθεσιμότητά τους σε πρώτη ζήτηση.

Για την αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας η Τράπεζα έχει καθορίσει εσωτερικά όρια ρευστότητας καθώς και διαδικασίες έγκρισης και ανανέωσης τους.

Παράλληλα, στα πλαίσια της πολιτικής διαχείρισης του Κινδύνου Ρευστότητας, αξιολογείται η επίδραση που θα έχουν στη ρευστότητα και στην κερδοφορία της Τράπεζας, ακραία αλλά εφικτά σενάρια προσομοίωσης καταστάσεων κρίσεως (stress test) μεταβολής (εκροών) καταθετικών κεφαλαίων.


8.ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

8.1 Ορισμός Κινδύνου Επιτοκίων

Ο επιτοκιακός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος της μείωσης των χρηματοοικονομικών μέσων και των καθαρών εσόδων από τόκους που διατρέχει μια Τράπεζα, εξαιτίας δυσμενών μεταβολών των επιτοκίων της αγοράς. Ο κίνδυνος επιτοκίων προκύπτει λόγω ετεροχρονισμού στην αναπροσαρμογή των επιτοκίων ή της λήξης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, εντός και εκτός ισολογισμού.


8.2Παρακολούθηση και διαχείριση Κινδύνου Επιτοκίων

Η έκθεση της Τράπεζας σε επιτοκιακό κίνδυνο είναι μικρή, καθώς τόσο τα καταθετικά όσο και τα χορηγητικά επιτόκια παρακολουθούνται σε ημερήσια βάση από τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας και προσαρμόζονται ανάλογα στις μεταβολές που παρουσιάζουν τα επιτόκια της αγοράς. Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του Static Repricing Gap γίνεται κατανομή των επιτοκιακά ευαίσθητων στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού σε χρονικές ζώνες ληκτότητας προκειμένου να εκτιμηθεί η έκθεση στο κίνδυνο επιτοκίων.

9.ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ

9.1Ορισμός Κινδύνου Αγοράς

Κίνδυνος Αγοράς νοείται ο κίνδυνος πραγματοποίησης ζημιάς στα διάφορα χαρτοφυλάκια συναλλαγών από αρνητική μεταβολή των τιμών των προϊόντων, που συμπεριλαμβάνονται στα εν λόγω χαρτοφυλάκια. Τέτοια προϊόντα είναι τα ομόλογα, οι μετοχές, τα αμοιβαία κλπ.


9.2Παρακολούθηση και διαχείριση Κινδύνου Αγοράς


Η Τράπεζα έχει μικρή έκθεση σε κίνδυνο αγοράς, καθώς μέσα από μηχανισμούς και διαδικασίες διατηρεί χαμηλά όρια ανάληψης κινδύνου αγοράς ανά προϊόν (μετοχές, ομόλογα, και αμοιβαία), τα οποία παρακολουθούνται και ελέγχονται συστηματικά και αναθεωρούνται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο από τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας. Λόγω της χαμηλής έκθεσης της στον κίνδυνο αγοράς η Τράπεζα δεν διαθέτει εξελιγμένες μεθοδολογίες μέτρησης και αποτίμησης της αξίας σε κίνδυνο (Value At Risk). Ο υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου αγοράς γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2588/20.8.2007

10.ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Συναλλαγματικός Κίνδυνος είναι ο κίνδυνος πραγματοποίησης ζημιάς στα διάφορα χαρτοφυλάκια συναλλαγών σε ξένα νομίσματα λόγω αρνητικής μεταβολής των ισοτιμιών χρηματοοικονομικών μέσων και περιουσιακών στοιχείων που συμπεριλαμβάνονται στα εν λόγω χαρτοφυλάκια.
Ο κίνδυνος από συναλλαγές σε ξένο νόμισμα προέρχεται από μία ανοιχτή θέση της Τράπεζας προς το ξένο νόμισμα, η οποία την εκθέτει σε κίνδυνο αρνητικής μεταβολής στις συναλλαγματικές μεταβολές των νομισμάτων. Η Τράπεζα στα πλαίσια αποτελεσματικής διαχείρισης του συναλλαγματικού κινδύνου, με σκοπό την ελαχιστοποίηση της έκθεσης σε κίνδυνο μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, έχει καθορίσει ανώτατα όρια ανοιχτών θέσεων σε νομίσματα εκτός του ευρώ, καθώς και σε χρυσό. Το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης σε συνάλλαγμα και της συνολικής καθαρής θέσης σε χρυσό την 31/12/2008 δεν υπερέβαινε το 2% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων της.


11.ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ

Ο Κίνδυνος Κερδοφορίας ορίζεται ο κίνδυνος μεταβολής του επιπέδου, της δομής και της σταθερότητας των λειτουργικών εσόδων και κερδών ενός Πιστωτικού Ιδρύματος.

Η Τράπεζα μέσω των αρμοδίων οργάνων της ελέγχει την επάρκεια και τη σταθερότητα των λειτουργικών κερδών της, διατηρώντας ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαφοράς επιτοκίου (spread) χορηγήσεων - καταθέσεων. Η παρακολούθηση και ο έλεγχος του κινδύνου κερδοφορίας πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη τους βασικούς δείκτες κερδοφορίας της Τράπεζας, μέσα από μια σειρά συγκριτικών και διαχρονικών αναλύσεων. Σημειώνεται ότι κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών τα έσοδα από αμιγείς τραπεζικές εργασίες κυμαίνονται μεταξύ του 91% - 96% των συνολικών της εσόδων. Η υψηλή εξάρτηση των αποτελεσμάτων από τραπεζικές εργασίες κρίνεται θετική αφού η μεταβλητότητα αυτών των αποτελεσμάτων είναι χαμηλότερου κινδύνου, από επενδύσεις σε άλλες αγορές ή αντικείμενα δραστηριότητας.

12.ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΦΗΜΗΣ

Η φήμη αποτελεί ένα από τα πλέον πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας. Με βασική προτεραιότητα στην ποιότητα των υπηρεσιών και συνεχής επιδίωξη στην άριστη εξυπηρέτηση του πελάτη και τη διαφάνεια των συναλλαγών, η Τράπεζα θέτει τις βάσει για την ενίσχυση της εικόνα της και της ανταγωνιστικότητα της. Επιπλέον, δίνοντας έμφαση στη πολιτική “know your customer”, έχει θεσπίσει περιφερειακές επιτροπές ανά γεωγραφική περιοχή, οι οποίες βοήθησαν στην «γνωριμία» με το πελατολόγιο της, με απώτερο σκοπό την καλύτερη κατανόηση της αγοράς και των αναγκών της εκάστοτε περιοχής.
 
 
Προστασία Προσωπικών Δεδομένων Περιορισμός Ευθύνης
Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου NOISIS Internet Services